Σόκρατες: Κάποτε, ένας γιατρός, επαναστάτης, εμβληματικός ηγέτης, πολιτικός φιλόσοφος και βαθύτατα ριζοσπάστης, έπαιζε τρομερή μπάλα…

Sports Idols Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015 08:52
Σόκρατες:  Κάποτε, ένας γιατρός, επαναστάτης, εμβληματικός ηγέτης,  πολιτικός φιλόσοφος και βαθύτατα ριζοσπάστης, έπαιζε τρομερή μπάλα…

Ανήμερα της εθνικής μας εορτής της 25ης Μαρτίου, θυμόμαστε έναν μεγάλο επαναστάτη των γηπέδων, ο οποίος μάλιστα ήταν , κατά κάποιον τρόπο ... Έλληνας!

Γράφει ο Δημόκριτος Παπαλεξόπουλος

Πόσοι ποδοσφαιριστές έχουν καταφέρει να αποσπάσουν μυριάδες παρατσούκλια, όχι για το πώς κλωτσούν το τόπι , αλλά για τις εξωγηπεδικές ιδιότητές τους; Πόσοι, αλήθεια έχουν ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο, έχοντας την ειδικότητα του αθλίατρου; Και, αλήθεια, πόσοι από αυτούς έχουν αγωνιστεί στο κορυφαίο επίπεδο διαθέτοντας … αρχαιοελληνικό όνομα; Η απάντηση δεν είναι δύσκολη… Ο εξής ένας… Σόκρατες Μπραζιλέϊρο Σαμπάϊο ντε Σόουζα Βιέϊρα ντε Ολιβέϊρα ή απλώς Σόκρατες!

Η Πολιτεία του Σωκράτη , η Κορίνθιανς και η “Democracia Corinthiana”

Γεννήθηκε στο Μπέλεμ του Πόρτο Αλέγκρε στις 19 φεβρουαρίου 1954. Ο πατέρας του ήταν δημόσιος υπάλληλος, με αγάπη για τα κλασσικά γράμματα. Την περίοδο που γεννήθηκε ο Σόκρατες, διάβαζε την Πολιτεία του Πλάτωνα και αποφάσισε να δώσει το όνομα του σπουδαίου έλληνα φιλοσόφου στον μεγάλο γιο του. Δύο από τα αδέλφια του φέρουν, επίσης, αρχαιοελληνικά ονόματα: Σωσθένης και Σοφοκλής!

Στα δώδεκα χρόνια του άρχιζε να παίζει ποδόσφαιρο, όταν ο πατέρας του μετατέθηκε στο Ριμπεϊράο Πρέτο (προάστιο του Σάο Πάολο). Στην αρχή στις μεγάλες αλάνες του σχολείου του και στη συνέχει στα τσικό της τοπικής Μποταφόγκο, από την οποία ξεκίνησε και την επαγγελματική του ενασχόληση με το ποδόσφαιρο το 1974. Τον προηγούμενο χρόνο είχε κάνει ένα παιδικό του όνειρο πραγματικότητα, με την εγγραφή του στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Σάο Πάολο.

Το 1978 μετεγγράφεται στη γειτονική Κορίνθιανς, μία ομάδα που ταίριαζε στις αριστερές πολιτικές πεποιθήσεις τουΩστόσο, τον καιρό που ήταν στο σύλλογο, ο Σόκρατες ανέπτυξε και δραστηριότητες οι οποίες δεν περιορίζονταν στα στενά όρια του ποδοσφαιρικού γηπέδου.

Άλλωστε, ο Σόκρατες ως νεαρός ποδοσφαιριστής δεν είχε ως πρότυπό του  κάποιον αστέρα της μπάλας. Τα δικά του ινδάλματα ήταν ο Τσε Γκεβάρα, ο Φιντέλ Κάστρο και ο Τζον Λένον.

Η Βραζιλία τότε βρισκόταν υπό χουντικό καθεστώς και η οργή του κόσμου ολοένα και αυξανόταν. Ορμώμενος από αυτό, ο ριζοσπάστης και πάντα πολιτικοποιημένος, Σόκρατες, ύστερα από πρωτοβουλία δική του και των συμπαιχτών του Βλατζιμίρ, Κασαγκράντε και Ζένον δημιούργησαν τη «Δημοκρατία της Κορίνθιανς», ένα δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης του συλλόγου.

«Το 1964 πραγματοποιήθηκε πραξικόπημα. Ήμουν 10 ετών και θυμάμαι τον πατέρα μου να καίει ένα βιβλίο για τους Μπολσεβίκους. Αυτό το γεγονός φούντωσε το ενδιαφέρον μου για την πολιτική. Το ποδόσφαιρο ήρθε κατά τύχη. Ήμουν ένα παιδί της δικτατορίας. Πάντα είχα το βλέμμα μου στραμμένο στις κοινωνικές αδικίες της χώρας και είχα συναδέλφους και συμφοιτητές που έπρεπε να κρύβονται ή να αποδράσουν. Απλώς έτυχε να είμαι καλός στο ποδόσφαιρο» θα πει σε συνέντευξη του λίγα χρόνια μετά αφού κρεμάσει για πάντα τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια.Η “Democracia Corinthiana” όπως ονομαζόταν, ήταν μια δημοκρατική ενέργεια που εξέλειπε απ’την Βραζιλιάνικη κοινωνία.

Η βασική της αρχή προέβλεπε ψηφοφορία για όποια απόφαση έπρεπε να παρθεί στο σύλλογο. Εμπλεκόμενοι σ’αυτήν θα ήταν όλοι οι εργαζόμενοι της ομάδας, από τον πρόεδρο μέχρι και τον κηπουρό του γηπέδου. Έτσι, η γνώμη του καθενός θα είχε την ίδια ακριβώς βαρύτητα με τον άλλον κι ας ήταν και ο τελευταίος σε ιεραρχία στο σύλλογο.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως  το 1982 τη χρονιά που η Κορίνθιανς κατέκτησε το πρωτάθλημα, στο πίσω μέρος της εμφάνισης των παικτών έγραφε "Democracia”.

Ο Σόκρατες θα πει για εκείνο το παιχνίδι: «Ήταν ίσως η πιο τέλεια στιγμή που έχω βιώσει. Είμαι σίγουρος πως ισχύει το ίδιο για το 95% των συμπαικτών μου. Ήταν η σπουδαιότερη ομάδα που έχω αγωνιστεί ποτέ, επειδή επρόκειτο για κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο. Οι πολιτικές νίκες μου είναι πιο σημαντικές από αυτές ως επαγγελματίας παίκτης. Ένα παιχνίδι τελειώνει σε 90 λεπτά, όμως η ζωή συνεχίζεται» .

Όταν πλέον η χώρα ήταν έτοιμη για την απαλλαγή από τη δικτατορία και επαναφορά του δημοκρατικού πολιτεύματος, ο Σόκρατες και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας αποτύπωσαν στις στολές τους το μήνυμα: «Στις 15 του μήνα ψηφίζω» θέλοντας να παροτρύνουν τον κόσμο να ψηφίσουν στις εκλογές που ακολουθούσαν σε λίγο καιρό.

 

Η αποτυχημένη θητεία στους «Βιόλα» και η επάνοδος στη Βραζιλία

Το 1984, σε μία διαδήλωση ο Σόκρατες μίλησε μπροστά σε 1,5 εκατ. κόσμο που ζητωκραύγαζε ακούγοντας το ποδοσφαιρικό του ίνδαλμα να δηλώνει πως, αν η βουλή περνούσε τη συνταγματική αναθεώρηση που προέβλεπε ελεύθερες εκλογές τότε θα παρέμενε στη Βραζιλία απορρίπτοντας τις προτάσεις που είχε από Ιταλικούς συλλόγους.

Κάτι τέτοιο δεν έγινε όμως, κι έτσι ο Σόκρατες πήρε την απόφαση να κάνει το μεγάλο βήμα στη ποδοσφαιρική του καριέρα και να αποδεχτεί την πρόταση που είχε από τη Φιορεντίνα .

Στους "Βιόλα" ποτέ δεν έδεσε με την ομάδα, με τα νούμερα να μιλάνε από μόνα τους :25 συμμετοχές- 6 γκολ…

Στον ένα χρόνο που βρέθηκε στο “Αρτέμιο Φράνκι” κατάφερε να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού κυρίως σε θέματα εξωαγωνιστικά. Η σκληρή κριτική που άσκησε για συμπαίχτες του σε φήμες που αφορούσαν κάποιους από αυτούς ότι εμπλέκονται σε στημένα παιχνίδια ήταν η αρχή για να απομονωθεί με τον καιρό από την υπόλοιπη ομάδα.Αργότερα, πήρε μια πρωτοβουλία παρόμοια με τη «Δημοκρατία της Κορίνθιανς» αλλά οι προσπάθειές του να δημιουργήσει κάτι ανάλογο απέβησαν άκαρπες.

Έτσι, σιγά-σιγά άρχισε πλέον να μοιάζει με ξένο σώμα για την ομάδα γι’αυτό και ξεκίνησε να ασχολείται με τον πολιτισμό και την τέχνη αδιαφορώντας για τις προπονήσεις.

«Ο τρόπος ζωής δε μου ταίριαζε. Ήμουν ένα χρόνο στη Φιορεντίνα και κάποιες φορές δεν ήθελα να προπονηθώ. Ήθελα να βρίσκομαι με φίλους, να κάνω πάρτι και να καπνίζω. Υπάρχουν περισσότερα στη ζωή από το ποδόσφαιρο» απαντά σε όσους τον ρωτούν για εκείνη την περίοδο.

Αυτές του οι ενέργειες προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων, με τους οπαδούς των “Βιόλα» να τον κριτικάρουν χάνοντας έτσι τη φανέλα βασικού.

Το καλοκαίρι του 1985 επιστρέφει στη Βραζιλία και αγωνίζεται σε δύο σημαντικούς συλλόγους της χώρας, τη Φλαμένγκο (1986-1987) και τη Σάντος (1988-1989). Το 1989 επιστρέφει στην πρώτη του ομάδα, την Μποταφόγκο, όπου θα κλείσει την επαγγελματική καριέρα του. Το 2004 θα επιστρέψει στα γήπεδα, αγωνιζόμενος σε μια μικρή ερασιτεχνική ομάδα, την αγγλική Γκάρφορθ Τάουν, ως παίκτης - προπονητής με συμβόλαιο ενός μήνα.

Στην καριέρα του ο Σόκρατες κατέκτησε ένα πρωτάθλημα Βραζιλίας με τη Φλαμένγκο (1987), τρία πρωταθλήματα Παουλίστα (τοπικό πρωτάθλημα της περιοχής του Σάο Πάολο) τις χρονιές 1979, 1982 και 1984, καθώς κι ένα πρωτάθλημα Καριόκα (τοπικό πρωτάθλημα του Ρίο) το 1986.

Η καταξίωση με την καλύτερη «Σελεσάο» όλων των εποχών

Την παγκόσμια εκτίμηση κέρδισε ο Σόκρατες με την Εθνική ομάδα της Βραζιλίας, τη φανέλα της οποίας φόρεσε 60 φορές. Πήρε μέρος σε δύο (1982 και 1986), αλλά δεν κατάφερε ν’ αναδειχθεί παγκόσμιος πρωταθλητής, παρότι κατά γενική ομολογία η Σελεσάο έπαιξε σπουδαία μπάλα και ήταν το φαβορί.

Το 1982, με παίκτες, όπως οι Ζίκο, Φαλκάο και Καρέκα, βρήκε μπροστά της την μετέπειτα πρωταθλήτρια Ιταλία του Πάολο Ρόσι, από την οποία ηττήθηκε με 3-2, μετά από ένα συγκλονιστικό αγώνα στη Βαρκελώνη. Ο Σόκρατες πέτυχε ένα υπέροχο και δύσκολο γκολ στην κλειστή γωνία του Ντίνο Τζοφ, αλλά δεν ήταν αρκετό.

Το 1986 ήταν η σειρά της φιλόδοξης Γαλλίας του Μισέλ Πλατινί να στερήσει από τον Σόκρατες την ευκαιρία για διάκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο, αποκλείοντας τη Βραζιλία στον προημιτελικό γύρο. Στον αγώνα αυτό ο Σόκρατες αστόχησε στη διαδικασία των πέναλτι. Πιο τυχερός ήταν ο αδελφός του Ραΐ (Ραΐ Σόουζα Βιέιρα ντε Ολιβέιρα), που αναδείχθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής με τη Βραζιλία το 1994.

Αλήθεια, πως ήταν ο Σόκρατες;…

Ο Σόκρατες υπήρξε μεγάλος ηγέτης μέσα στο γήπεδο, με άριστη τεχνική κατάρτιση, φαντασία και ηρεμία στην οργάνωση του παιγνιδιού, καθώς και ικανότητα στο σκοράρισμα. Πανύψηλος για την εποχή του (1,92 μ.), και παρά το γεγονός ότι φορούσε μόλις 37 νούμερο παπούτσι, διέθετε ένα δεξί σουτ κεραυνό. Η φιγούρα του είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Η κλάση του επίσης αναμφισβήτητη, αφού υπήρξε ο μεγαλύτερος βιρτουόζος του παγκόσμιου ποδοσφαίρου στα τακουνάκια, τα περίφημα "tacos de dios", ιδιότητα που τον «βάφτισε»:  Calcanhar de Ouro (Χρυσή Φτέρνα).  Μπορούσε να βρει όποιον συμπαίκτη του ήθελε με ένα μοναδικό ένστικτο, χωρίς καν να κοιτάζει…

 

Παράλληλα, πέρα της υψηλής τεχνικής του κατάρτισης, άφησε εποχή, και για τα πολιτικά μηνύματα που έγραφε στην κλασική άσπρη κορδέλα, που φόραγε στο κεφάλι. Η διάσημη κορδέλα του, άλλοτε έγραφε «Ελευθερία και Δικαιοσύνη» και άλλοτε «Οι άνθρωποι χρειάζονται δικαιοσύνη», αλλά πάντα προσπαθούσε να προασπίσει τα δικαιώματα των συμπολιτών του....

Η απόσυρση, το διδακτορικό στη Φιλοσοφία και οι ατάκες που έγραψαν ιστορία

Μετά το Μουντιάλ και με κακή ψυχολογία πια, θα μεταγραφεί στη Σάντος και μετέπειτα, τη σεζόν 1988-89, θα «γράψει» στην ομάδα που ξεκίνησε, την Μποταφόγκο, την ποδοσφαιρική του κατακλείδα λέγοντας με αφοπλιστική ειλικρίνεια «Κανείς παίκτης δεν αφήνει το ποδόσφαιρο, το ποδόσφαιρο αφήνει τους ποδοσφαιριστές».

Έπειτα ο Σόκρατες έκανε το διδακτορικό του στη φιλοσοφία, το μεγάλο του πάθος. Η πλούσια βιβλιοθήκη του απαριθμούσε βιβλία αρχαίων αλλά και μεταγενέστερων φιλοσόφων. Αφού τελείωσε με το διδακτορικό, ο Σόκρατες σε αντίθεση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές δεν ασχολήθηκε άλλο με τον αθλητισμό και άρχισε να ασκεί το επάγγελμα που σπούδασε, την ιατρική.

Δεν έπαψε ποτέ να παρακολουθεί ποδόσφαιρο αλλά και να ασχολείται με τα δικαιώματα των ποδοσφαιριστών. Έδινε επίσης ιδέες για τη βελτίωση του θεάματος του αθλήματος, κάνοντας μάλιστα και καινοτόμες προτάσεις για το ποδόσφαιρο όπως να παίζεται με 9 αντί για 11 παίκτες!

Κατά καιρούς τα ΜΜΕ του έδιναν το βήμα και εκείνος έπαιρνε θέση και για πολιτικά θέματα όπως πάντα. Έγραφε σε εβδομαδιαίο πολιτικό περιοδικό και συμμετείχε σε δημόσιους διαλόγους ασκώντας πάντα σκληρή κριτική σε πολιτικούς. Ποτέ όμως δεν κατέβηκε στην πολιτική ακόμα και όταν ο Μουαμάρ Καντάφι του το πρότεινε, δηλώνοντάς του ότι ήταν ήδη πολιτικοποιημένος.

Είχε επίσης πρόταση για να γίνει πρέσβης του ποδοσφαίρου αλλά το απέφυγε λέγοντας πως, «δεν μου αρέσει η ιδέα γιατί με απωθεί η εμπορευματοποίηση και όλες αυτές οι βλακείες».

Δεν έκρυψε ποτέ τα 2 μεγάλα του πάθη, το τσιγάρο και το ποτό. Δύο πράγματα που εν τέλει αποδείχτηκαν το «κώνειό» του. «Έχω προσπαθήσει να κόψω το κάπνισμα 50.000 φορές. Το προσπάθησα και σήμερα, αλλά αντιστάθηκα μέχρι τις 11 το πρωί. Είμαι αυτός που είμαι. Καπνίζω από τα 13 μου. Μόνο ένα φιλοσοφικό θέμα υπάρχει για εμένα. Γιατί να υποκριθώ ότι είμαι κάτι που δεν είμαι; Ναι, καπνίζω. Θα πεθάνω από καρκίνο του πνεύμονα ή από εμφύσημα. Δεν μπορώ να το κόψω» έλεγε όποτε τον ρωτούσαν γι’αυτές του τις συνήθειες.

Παρά τις ποσότητες που κατανάλωνε σε αλκοόλ πάντα ήταν σε θέση να εκφράζει ριζοσπαστικές ιδέες όπως αυτή που είχε δηλώσει στο BBC, «Νομίζω ότι ο ομοσπονδιακός προπονητής πρέπει να εκλέγεται από τον λαό. Πρέπει να εκδημοκρατίσουμε το ποδόσφαιρο και όταν το κάνουμε, θα εκδημοκρατίσουμε και τη Βραζιλία. Γνωρίζετε πως κάθε φορά που η εθνική ομάδα παίζει καλά, το ακαθάριστο εθνικό προϊόν ανεβαίνει;»

Ο Σόκρατες είχε 6 παιδιά και το μικρότερο αυτών το ονόμασε Φιντέλ, τιμώντας έτσι τον Φιντέλ Κάστρο, τον ηγέτη της Κούβας, ένα από τα ινδάλματά του μαζί με τους Τζόν Λένον και Τσε Γκεβάρα.

«Όταν το έκανα, η μητέρα μου είπε “είναι λίγο δυνατό όνομα για να το δώσεις σε ένα παιδί”. Της απάντησα “μητέρα, κοίτα τι έκανες με μένα”»...

"Θέλω να πεθάνω μια Κυριακή και η Κορίνθιανς να κατακτήσει το πρωτάθλημα εκείνη την ημέρα"

Τους τελευταίους μήνες είχε παρουσιάσει συχνά προβλήματα υγείας καθώς ο οργανισμός του από τις καταχρήσεις είχε εξουθενωθεί και είχε βρεθεί 3 φορές στην εντατική.

"Θέλω να πεθάνω μια Κυριακή και η Κορίνθιανς να κατακτήσει το πρωτάθλημα εκείνη την ημέρα". Το είχε πει σε ανύποπτη στιγμή ο Σόκρατες και η μοίρα δεν του χάλασε το χατήρι. Ήταν Κυριακή 4 Δεκεμβρίου του 2011 όταν ο μεγάλος Βραζιλιάνος άσος άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο "Άλμπερτ Άινσταϊν" του Σάο Πάολο. Περίπου 15 ώρες αργότερα, η αγαπημένη του "Τιμάο" κέρδιζε το πρωτάθλημα, ενώ οι χιλιάδες φίλαθλοί της μαζί με τους παίκτες της ομάδας τον αποχαιρετούσαν σηκώνοντας ψηλά τη δεξιά γροθιά τους, όπως συνήθιζε ο ίδιος να κάνει πανηγυρίζοντας τα γκολ του...