Ζίκο: Η λευκή βερσιόν του Πελέ, με την άδολη αγάπη για το ποδόσφαιρο, διεκδικεί το Όσκαρ ατυχίας

Sports Idols Σάββατο, 25 Απριλίου 2015 17:45
Ζίκο: Η λευκή βερσιόν του Πελέ, με την άδολη αγάπη για το ποδόσφαιρο, διεκδικεί το Όσκαρ ατυχίας

Με εφαλτήριο το αφιέρωμα της προηγούμενης εβδομάδας, συνεχίζουμε τον κύκλο κειμένων για παίκτες της Σελεσάο, με τον καρδιακό φίλο του Σόκρατες, τον επονομαζόμενο και «λευκό Πελέ» ή αλλιώς  Αρτούρ Αντούνις Κοΐμπρα. Κατά κόσμον, Ζίκο.

Γράφει ο Δημόκριτος Παπαλεξόπουλος

Εάν στα μέσα της δεκαετίας του ’60 συναντούσε κανείς στο Κουϊντίνο του Ρίο ντε Τζανέιρο, δυο αδέλφια που έπαιζαν για τις Αμέρικα και Φλουμινένσε, και τα ρωτούσε ποιος είναι καλύτερος, η απάντηση ήταν … «κανένας από τους δύο, ο μικρός»!

Τα αδέλφια ήταν οι Εντού και Αντούνες, και ο μικρότερος αδελφός τους ο Αρτούρ, που μπορεί να έζησε αρχικά στη σκιά των κατορθωμάτων των μεγαλύτερων αδελφών του, εντούτοις ήταν εκείνος που έμεινε στην ιστορία, ως Ζίκο.

Ο Ζίκο γεννήθηκε στο Κουϊντίνο του Ρίο ντε Τζανέιρο , από μια οικογένεια όπου όλοι είχαν σχέση με το ποδόσφαιρο! Ο πατέρας του έπαιζε τερματοφύλακας, ενώ τα τρία αδέλφια του ήταν κι αυτοί επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Αρχικά σκεφτόταν να δοκιμασθεί στηνΑμέρικα, όπου αγωνίζονταν οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του Αντούνες και Εντού. Τελικά όμως, παροτρυμένος από κάποιον δημοσιογράφο - φίλο τους πατέρα του, εντάχθηκε στα τμήματα υποδομής μιας μεγαλύτερης ομάδας του Ρίο, της Φλαμένγκο. Ο Παραγουανός προπονητής της, Φλέϊτας Σόλιχ , διέγνωσε το ταλέντο του και ο Ζίκο με τους «μικρούς» της Φλαμένγκο μέτρησε συνολικά 116 αγώνες και 81 γκολ. Το 1971 έκανε το ντεμπούτο του στην ανδρική ομάδα και την επόμενη σεζόν εξελίχθηκε σε βασικό στέλεχός της.

Η αποτυχία της Βραζιλίας στο Μουντιάλ του 1974 υποχρέωσε τους υπεύθυνους να αναζητήσουν ένα ποδοσφαιριστή που θα κινείται στη γραμμή μεταξύ μεσαίας περιοχής και επίθεσης, έναν παίκτη που θα δημιουργεί και ταυτόχρονα θα σκοράρει .

Το1978, και αφού ο Ζίκο κατέκτησε λοιπόν τον τίτλο του Λατινοαμερικάνου Παίκτη της Χρονιάς το 1977 (κάτι που θα επαναλάμβανε το 1981 και το 1982), ο Κλαούντιο Κουτίνιο του ανέθεσε τον συγκεκριμένο ρόλο για το Μουντιάλ της Αργεντινής, αλλά τίποτα δεν πήγε καλά. Αφενός ο Ζίκο ήταν τραυματίας και αφετέρου ο ρόλος του ήταν τελείως διαφορετικός από αυτόν που είχε στην Φλαμένγκο. Στο πρώτο ματς με τη Σουηδία κι ενώ το σκορ ήταν 1-1 πέτυχε γκολ στις καθυστερήσεις, αλλά ο Ουαλός διαιτητής Κλάϊβ Τόμας υποστήριξε ότι πριν μπει η μπάλα στα δίχτυα είχε σφυρίξει τη λήξη!  Στο 0-0 με την Ισπανία ο Ζίκο έγινε αλλαγή στο 83ο λεπτό και τη νίκη επί της Αυστρίας την είδε από τον πάγκο.


Στο ματς με το Περού στην δεύτερη φάση μπήκε μόλις κέρδισε η Βραζιλία το πέναλτι στο 70ό λεπτό που απέφερε το τρίτο γκολ στη «σελεσάο», αλλά και στο επόμενο ματς με την Αργεντινή (0-0) μπήκε στο 68ο λεπτό. Με την Πολωνία ξεκίνησε βασικός, αλλά μόλις στο 7ο λεπτό έφυγε τραυματίας δίνοντας τη θέση του στον Μεντόζα.

Τα χαρτιά θα έχουν να λένε πως η καλύτερη επίδοση της Βραζιλίας ήταν η τρίτη θέση στην Αργεντινή, εντούτοις οι εμφανίσεις που πραγματοποίησε στην Ισπανία ήταν εκείνες που την καθιέρωσαν στη συνείδηση του των απανταχού ποδοσφαιρόφιλων.   Η αμιγώς επιθετική προσέγγιση του παιχνιδιού, σε αντίθεση με τον Μουντιάλ του ’78, όταν και ο ομοσπονδιακός προπονητής φόρεσε στη «Σελεσάο» μια αμυντικογενή φορεσιά που ποτέ δεν της ταίριαξε, η Βραζιλία έπαιξε ποδόσφαιρο υψηλής ποιότητας , προσφέροντας εξαιρετικής ποδοσφαιρικές παραστάσεις,  εντούτοις την ξέφρενη πορεία της έμελλε να σταματήσει ο Πάολο Ρόσι, καθώς πετυχαίνοντας χατ-τρικ στη δεύτερη φάση του θεσμού, έστειλε τους συμπατριώτες του Ζίκο πίσω στη «χώρα του καφέ». Ο Ζίκο είχε ήδη προλάβει να δείξει ψίγματα της μεγάλης κλάσης του. Γρήγορος, με άψογο κοντρόλ, συνεχή κίνηση μέσα στο γήπεδο, εξαιρετικά τελειώματα και άριστη αίσθηση του χώρου, ήταν όσα θα μπορούσαν να συνθέσουν ένα «περιγραφικό γλυπτό» του μεγάλου αυτού ποδοσφαιριστή. Το χατ-τρικ του μάλιστα κατά της Βολιβίας στα προκριματικά είναι που έδωσε το πολύτιμο χαρτάκι στη Σελεσάο για την τελική φάση της Ισπανίας, όπου εκεί θα σκόραρε άλλα 4 τέρματα, περιλαμβανομένης της ισοφάρισης με τη Σκοτία, ανεβάζοντας τον δείκτη του σκοραρίσματός του για λογαριασμό της Βραζιλίας στα 48 γκολ (τέταρτη καλύτερη επίδοση στα χρονικά της Σελεσάο).

Το τρίτο δεν ήταν και το ... τυχερό. Παρά το γεγονός ότι οι φίλαθλοι ζητωκραύγαζαν ρυθμικά το όνομά του, το μεγάλο αστέρι εκείνης της Σελεσάο δεν βρισκόταν στην καλύτερη φόρμα της καριέρας του και αγωνίστηκε ως αλλαγή και στα τρία παιχνίδια. Η κακή κατάσταση του Ζίκο επιβεβαιώθηκε και στον προημιτελικό με τη Γαλλία, αφού η άστοχη εκτέλεση πέναλτι που ανέλαβε οδήγησε το ματς στην παράταση (1-1) όπου οι «τρικολόρ» φάνηκαν ψυχραιμότεροι στη διαδικασία των πέναλτι (4-3) και σταμάτησαν πρόωρα τα όνειρα της Βραζιλίας και του Ζίκο για κάποιον τίτλο.

Ένας εξαιρετικά προικισμένος ποδοσφαιριστής που ευτύχησε να είναι μέλος μιας εκπληκτικής ομάδας δεν κατόρθωσε, κυρίως λόγω ατυχίών, να κατακτήσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Παρόλα αυτά, η προσφορά του αναγνωρίζεται στο έπακρο και το άγαλμά του φιγουράρει πλέον στο «HallofFame» του Μαρακανά.

 

Όσον αφορά τη συλλογική του καριέρα, ο Ζίκο συνολικά αγωνίσθηκε στην πρώτη ομάδα της Φλαμένγκο για δεκαοχτώ σεζόν (1971-1983,1985-1989) με απολογισμό: 247 συμμετοχές - 135 γκολ στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα, 300 συμμμετοχές - 247 γκολ στο πρωτάθλημα της πολιτείας Καριόκα (διεξάγεται τους πρώτους μήνες κάθε χρόνου πριν το εθνικό), 21 συμμετοχές - 16 γκολ στα κύπελλα της Νότιας Αμερικής (Λιμπερταδόρες και Σούπερ Κόπα).  Με αυτές τις επιδόσεις κέρδισε το προσωνύμιο «Λευκός Πελέ», ενώ και ο ίδιος ο Πελέ έχει δηλώσει πως «απ' όλους τους ποδοσφαιριστές, αυτός που με πλησίασε περισσότερο ήταν ο Ζίκο». Στέφθηκε πρωταθλητής Βραζιλίας τέσσερις φορές και Νότιας Αμερικής μία (Λιμπερταδόρες 1981). Το 1981 κέρδισε επίσης το Διηπειρωτικό Κύπελλο, τρεις χρονιές (1977, 81, 82) κέρδισε τον τίτλο του καλύτερου παίκτη της Ν.Αμερικής.

Το καλοκαίρι του 1983 δοκίμασε την τύχη του στο Καμπιονάτο με τη φανέλα της μικρομεσαίας Ουντινέζε. Στην Ιταλία έμεινε για ενάμισι χρόνο, μετρώντας 22 γκολ σε 39 αγώνες πρωταθλήματος και 8 γκολ σε 14 αγώνες Κυπέλλου.

Το Δεκέμβριο του 1989, ο τριανταεξάρης πια, Ζίκο, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, μετά από ένα θριαμβευτικό 5-0 της Φλαμένγκο επί της μισητής αντιπάλου Φλουμινένσε και μπήκε στην κυβέρνηση  του Φερνάντο Αφόνσο Κογιόρ ντε Μέλλο ως Υπουργός Αθλητισμού, κρατώντας αυτό το πόστο για περίπου ένα χρόνο.

Το 1991 αποδέχθηκε την πρόταση να παίξει για την ιαπωνική Σουμιτόμο Μέταλς. Στην Ιαπωνία έμεινε τέσσερα έτη και πέτυχε 36 γκολ σε 46 αγώνες πρωταθλήματος, ενώ κατά την παραμονή του η ομάδα έγινε επαγγελματική και μετονομάσθηκε σε Κασίμα Άντλερς. Το 1993 κατέκτησε το Πρωτάθλημα Ιαπωνίας και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, η διοίκηση τοποθέτησε στο γήπεδο το άγαλμά του.

Κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του το 1994 σε ηλικία 41 ετών, έχοντας το ασυνήθιστο για μέσο ρεκόρ των 193 τερμάτων σε 334 αγώνες εθνικού πρωταθλήματος (μ.ό. 0,58 ανά αγώνα).

Σημαντική είναι και η προπονητική πορεία που έχει διαγράψει μέχρι σήμερα, καθώς έχει καθίσει στους πάγκους των Κασίμα Αντλες (1999), Σέντρο ντε Φουτμπόλ Ζίκο (2000-2002), Εθνική Ιαπωνίας (2002-2006 /1 Κύπελλο Ασίας), Φενερμπαχτσέ (2006-2008/ 1 Πρωτάθλημα Τουρκίας), Μπουνιοντκόρ (2008/ 1 Κύπελλο Ουζμπεκιστάν), ΤΣΣΚΑ Μόσχας (2009/ 1 Σούπερ Καπ Ρωσίας, 1 Κύπελλο Ρωσίας), Ολυμπιακός (2009-2010), Εθνική Ιράκ (2011-2012).


Και βέβαια, παρά τη φήμη και τα επιτεύγματά του, η αγάπη του Ζίκο για το ποδόσφαιρο παρέμεινε για πάντα άδολη: «Θα ήθελα να με θυμούνται ως κάποιον που αγαπούσε πολύ αυτό που έκανε»…

Παρακολουθήστε το βίντεο με τις καλύτερες στιγμές κάποιου που μπορεί να μην ήταν … γήινος, αλλά ήταν σίγουρα χορευτής…